Εμμηνόπαυση / Ορισμός - Συμπτώματα

 

Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας (WHO) όριισε ως εμμηνόπαυση τη χρονική στιγμή της οριστικής διακοπής της εμμήννου ρύσεως, ως αποτέλεσμα της εξάντλησης της ωοθηκική δεξαμενής των ωοθυλακίων. Ως εκ τούτου, ο ακριβής χρόνος εμμηνόπαυσης καθορίζεται μετά από   χρονικό διάστημα 12 μηνών από την τελευταία έμμηνο ρύση.

 

Η περιεμμηνόπαυση ξεκινά όταν εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της επικείμενης εμμηνόπαυσης, έως και 1 έτος μετά από  την τελευταία έμμηνο ρύση.

Ως μέση ηλικία  έναρξης της αναφέρεται η ηλικία μεταξύ 45,5 και 47,5 έτη και η μέση διάρκειά της είναι 4 χρόνια. Ο όρος προεμμηνόπαυση αναφέρεται στο κομμάτι εκείνο της περιεμμηνόπαυσης που λήγει με την τελευταία έμμηνο ρύση. Στην Massachussetts Women’s Health Study (MWHS), μια προοπτική  μελέτη διάρκειας 5 ετών στην οποία έλαβαν μέρος 2.570 γυναίκες, ηλικίας 45-55 ετών, βρέθηκε ως μέση ηλικία τελευταίας εμμήνου ρύσης(ΤΕΡ) τα 51,3 χρόνια και μέση ηλικία έναρξης προεμμηνόπαυσης τα 47,5 έτη.

Οι κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν:

1) ανώμαλες κολπικές αιμορραγίες,

2)αγγειοκινητικά συμπτώματα,

3) σεξουαλική δυσλειτουργία,

4)συμπτώματα από την ψυχική σφαίρα,

5)κολπική ξηρότητα,

6)προεμμηνορρυσιακή δυσφορία.

7)μακροπρόθεσμα, οστεοπόρωση.

Ορμονική θεραπεία υποκατάστασης, καθώς και αλλαγές στον τρόπο ζωής όπως διακοπή καπνίσματος, δίαιτα και άσκηση, μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά σ’ αυτή τη φάση της ζωής της γυναίκας.

 

ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΑΛΑΓΕΣ

Η πρώτη ορμονική μεταβολή που παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση είναι :

•Η ελάττωση της ινχιμπίνης Β.

•Τα επίπεδα της FSH αρχίζουν να αυξάνονται 2 έτη πριν την ΤΕΡ, με σημαντική αύξηση 10 μήνες πριν την ΤΕΡ, και σταθεροποιούνται 2 έτη μετά από την ΤΕΡ.

•Τα επίπεδα της Ε αρχίζουν να μειώνονται 2 χρόνια πριν την ΤΕΡ
και σταθεροποιούνται 2 χρόνια αργότερα. 
•Καθώς πλησιάζει η εμμηνόπαυση η αιχμή της προγεστερόνης (P) στην ωχρινική φάση του κύκλου δεν ανιχνεύεται, ενώ μετεμμηνοπαυσιακά η συγκέντρωση της( Ρ ) είναι κάτω από 2 nmol/L.
•Σε ότι αφορά τα ανδρογόνα (τεστοστερόνη, ανδροστενδιόνη) και την SHBG κατά την περιεμμηνόπαυση, πολλές μελέτες έδειξαν μικρή πτώση ή και καμία μεταβολή. Τέλος, ένας νέος δείκτης που ανιχνεύει πρώιμα την ωοθηκική γήρανση φαίνεται να είναι η αντιμυλλέρειος ορμόνη (ΑΜΗ), που εκφράζεται στην κοκκιώδη στιβάδα των πρωτογενών ωοθυλακίων.

 

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Τα κυριότερα συμπτώματα της περιεμμηνόπαυσης είναι:

Το συχνότερο σύμπτωμα κατάλλα την περιεμμηνόπαυση είναι

1) οι εξάψεις, που είναι πιο συχνές κατά τη διάρκεια της νύχτας, συνοδεύονται από ιδρώτα, αίσθημα παλμών, ευερεθιστότητα, άγχος και αίσθημα ψύχους, διαρκούν από 30 sec ως μερικά λεπτά και οφείλονται σε απότομες διακυμάνσεις των επιπέδων των οιστρογόνων που προκαλούν μεταβολές στο θερμορυθμιστικό  κέντρο του εγκεφάλου.

2)Στην έλλειψη των οιστρογόνων αποδίδονται και η κολπική ξηρότητα, η δυσουρία, η έπειξη προς ούρηση και η ατονία της ουροδόχου κύστεος

3)Συναισθηματικές διαταραχές και σεξουαλική δυσλειτουργία επίσης χαρακτηρίζουν την περιεμμηνόπαυση. Περιλαμβάνουν ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, πονοκεφάλους, ημικρανίες, θλίψη, άγχος, κατάθλιψη καθώς και μειωμένη li- bido και σεξουαλική δραστηριότητα. Η πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων ευθύνεται για τις σεξουαλικές διαταραχές αυτής της περιόδου. Φαίνεται πως η περιεμμηνόπαυση επιδρά έμμεσα, καθιστώντας τη γυναίκα πιο ευάλωτη σε στρεσογόνους παράγοντες.

4)Ανώμαλη κολπική αιμορραγία, που οφείλεται στα αυξημένα επίπεδα των οιστρογόνων-ως αποτέλεσμα της ‘υπερδιέγερσης’ που δέχονται οι ωοθήκες από την αύξηση των ενδογενών γοναδοτροπινών-και την ελάττωση της προγεστερόνης. Χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση, καθώς μπορεί να υποκρύπτεται κακοήθεια.
5)Η εμφάνιση οστεοπόρωσης αποτελεί μακροπρόθεσμη εκδήλωση της εμμηνόπαυσης. Η έλλειψη της οιστραδιόλης επιδρά στους οστεοκλάστες και στους οστεοβλάστες με αποτέλεσμα σημαντική αύξηση της οστικής αποδόμησης και μειωμένη οστική σύνθεση, λέπτυνση των οστικών δοκίδων και αραίωση του οστού.Το βάρος και ο δείκτης μάζας σώματος (BMI) αυξάνουν σταθερά με την ηλικία κατά την περιεμμηνόπαυση. Αυτό δεν φαίνεται να συνδέεται με τις ορμονικές αλλαγές της περιόδου αυτής.

6)Τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων σχετίζονται με αύξηση της επίπτωσης της νόσου Alzheimer, μέσω οξείδωσης, φλεγμονής και καταστροφής των εγκεφαλικών νευρώνων.

7)Η έλλειψη οιστρογόνων επηρεάζει τα λιπίδια του αίματος, οδηγώντας σε αύξηση την χοληστερόλη και την LDL - χοληστερόλη (κακή). Επίσης επηρεάζονται παράγοντες που συμμετέχουν στην πήξη του αίματος ενώ επηρεάζεται άμεσα το ενδοθήλιο των αγγείων. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να ερμηνεύουν την αύξηση της καρδιαγγειακής νόσου και της αθηροσκλήρυνσης της αορτής που παρατηρείται μετά την εμμηνόπαυση.

Faq-questions-bottom
Generationy-logo